Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η γκάφα των 15 δισ. ευρώ - Το παρασκήνιο πίσω από το εξοπλιστικό «μπλόκο» που σόκαρε τη Rheinmetall

Η γκάφα των 15 δισ. ευρώ - Το παρασκήνιο πίσω από το εξοπλιστικό «μπλόκο» που σόκαρε τη Rheinmetall
Ο ισχυρός άνδρας της Rheinmetall άρχισε να ακούει φήμες το πρωί της Τρίτης (23/6/2026) ότι η Γερμανία ετοιμαζόταν να ανακοινώσει την ακύρωση ενός προβληματικού προγράμματος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ
Σχετικά Άρθρα

Μέχρι το πρωί της Τρίτης (23/6/2026), ο Armin Papperger πίστευε ότι είχε στα χέρια του το deal της δεκαετίας. Έχοντας μόλις ολοκληρώσει μια πανάκριβη εξαγορά ναυπηγείων και επενδύοντας προσωπικά εκατομμύρια ευρώ σε μετοχές, ο ισχυρός άνδρας της Rheinmetall έβλεπε την εταιρεία του έτοιμη να ηγηθεί ενός εξοπλιστικού προγράμματος-μαμούθ, ύψους 15 δισ. ευρώ. Η εικόνα όμως άλλαξε μέσα σε μόλις λίγες ώρες… Ένα αναπάντεχο «μπλόκο» από το γερμανικό υπουργείο Άμυνας έφερε το απόλυτο… σοκ, στέλνοντας τη μετοχή του αμυντικού κολοσσού σε ελεύθερη πτώση.

Το χρονικό της… πτώσης

Ο Papperger άρχισε να ακούει φήμες το πρωί της Τρίτης (23/6/2026) ότι η Γερμανία ετοιμαζόταν να ανακοινώσει την ακύρωση ενός προβληματικού προγράμματος πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ για τη ναυπήγηση έξι τεράστιων πολεμικών πλοίων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Rheinmetall πιάστηκε εξαπίνης.
Τον Μάρτιο είχε ολοκληρώσει την εξαγορά ενός ναυπηγικού ομίλου έναντι 1,5 δισ. ευρώ, μια κίνηση που ενθαρρύνθηκε εν μέρει από την προσδοκία ότι η εταιρεία του θα αναλάμβανε το έργο της ναυπήγησης έξι φρεγατών τύπου F126 για το γερμανικό ναυτικό.
Ο Papperger είχε περάσει μήνες λέγοντας στους επενδυτές ότι το νέο ναυτικό τμήμα θα γινόταν ο κύριος ανάδοχος του προγράμματος, παίρνοντας τα ηνία από έναν δοκιμαζόμενο ολλανδικό όμιλο, σε μια παραγγελία που αναμενόταν να αγγίξει τα 15 δισ. ευρώ.
«Ήταν εμβρόντητος», δήλωσε άνθρωπος που μίλησε με τον Papperger την Τρίτη, όταν μαθεύτηκαν τα νέα.
Στέλεχος της Rheinmetall χαρακτήρισε ως «καταστροφή» την απόφαση, η οποία προκάλεσε βουτιά της τιμής της μετοχής της εταιρείας κατά σχεδόν ένα πέμπτο από την ανακοίνωση, προσθέτοντας: «Ήταν μεγάλο σοκ».

Κλυδωνισμοί στην εμπιστοσύνη των επενδυτών

Αυτό το σίριαλ -όπως περιγράφηκε στους Financial Times από περισσότερα από 10 πρόσωπα της βιομηχανίας, της κυβέρνησης και της πολιτικής που εμπλέκονται στενά στο έργο- έχει θέσει σε αμφισβήτηση την πίστη των επενδυτών στον Papperger, την πιο προβεβλημένη προσωπικότητα στον αμυντικό τομέα της Γερμανίας.
Ο διευθύνων σύμβουλος, ο οποίος ηγείται της Rheinmetall από το 2013, είχε ήδη απογοητεύσει τους μετόχους με τα αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, υπολείποντας των προβλέψεων των αναλυτών, καθώς η εταιρεία πάσχιζε να μετουσιώσει τους εκτοξευόμενους ευρωπαϊκούς αμυντικούς προϋπολογισμούς σε επαρκείς παραγγελίες και κέρδη.
Ο Sash Tusa, αναλυτής αεροδιαστημικής και άμυνας στην Agency Partners, δήλωσε ότι η εταιρεία υπέφερε από μια αναντιστοιχία ανάμεσα σε αυτά που είχε υποσχεθεί και σε αυτά που μπορούσε να παραδώσει. «Όταν η αποτίμηση της μετοχής σου είναι υψηλή, οι επενδυτές έχουν εύλογες προσδοκίες για πολύ υψηλές και σταθερές επιδόσεις», δήλωσε. «Δεν σου χαρίζονται πλέον όταν χάνεις αρκετά τις τριμηνιαίες προβλέψεις κερδών ή όταν κάνεις μια εξαγορά και σου βγαίνει λάθος».
Ο Tusa πρόσθεσε ότι η Rheinmetall, της οποίας οι μετοχές έχουν υποχωρήσει περίπου 40% το 2026, φάνηκε να πιστεύει λανθασμένα ότι «η επιρροή της στη γερμανική κυβέρνηση και η φήμη της ως μιας μεγάλης και αξιόπιστης αμυντικής εταιρείας ήταν τέτοια, που θα μπορούσαν να διασώσουν το πρόγραμμα [F126] και να το επαναδιαπραγματευτούν προς όφελός τους».

Η εναλλακτική επιλογή του υπουργείου Άμυνας

Ο υπουργός Άμυνας, Boris Pistorius, πήρε την απόφαση να τερματίσει το έργο και να αγοράσει αντ' αυτού οκτώ μικρότερες και φθηνότερες φρεγάτες τύπου Meko A-200, που κατασκευάζονται από τη γερμανική ανταγωνίστρια εταιρεία TKMS, οι οποίες, όπως δήλωσε, θα ήταν διαθέσιμες πιο γρήγορα.
Μιλώντας την Τετάρτη (24/6/2026), πρόσθεσε ότι το αρχικό κόστος του προγράμματος F126 είχε αυξηθεί από 10 δισ. ευρώ το 2020, όταν ανακοινώθηκε, σε περίπου 18 δισ. ευρώ σήμερα, συμπεριλαμβανομένων 2,3 δισ. ευρώ που έχουν ήδη δαπανηθεί για το έργο. Ο ίδιος δήλωσε: «Αυτό είναι απλώς απαράδεκτο».
Η απόφαση, η οποία υποστηρίχθηκε από τον αρχηγό του γερμανικού ναυτικού, έγινε δεκτή με ικανοποίηση από πολλούς στο κοινοβούλιο. Ο Bastian Ernst, ειδικός σε ναυτικά θέματα των κυβερνώντων Χριστιανοδημοκρατών και ο ίδιος πρώην υπάλληλος της Rheinmetall, δήλωσε ότι αυτό θα «διασφαλίσει ότι το ναυτικό μας θα λάβει τα πλοία που χρειάζεται επειγόντως για την άμυνα κατά των ρωσικών υποβρυχίων όσο το δυνατόν γρηγορότερα».

Το παρασκήνιο των διαπραγματεύσεων

Γερμανοί αξιωματούχοι επέμεναν ότι δεν αθετήθηκε καμία υπόσχεση προς τη Rheinmetall, λέγοντας ότι η εταιρεία δεν είχε υπογράψει ποτέ συμβόλαιο για τη φρεγάτα.
Ωστόσο, ένα πρόσωπο που συμμετείχε στενά στο πρόγραμμα F126 χαρακτήρισε κάτι τέτοιο ως «ανοησίες». Δεν δόθηκαν επίσημες υποσχέσεις, αλλά Γερμανοί αξιωματούχοι «ζήτησαν από τη Rheinmetall να προχωρήσει σε δέουσα επιμέλεια (due diligence) με σκοπό να αναλάβει το έργο» από την Damen Naval, την ολλανδική ναυπηγική εταιρεία που κέρδισε το συμβόλαιο για τη ναυπήγηση των F126 το 2020.
Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι δύο πιο ανώτεροι αξιωματούχοι του γερμανικού υπουργείου Άμυνας επισκέφθηκαν τον Tim Wagner, επικεφαλής του ναυτικού τμήματος της Rheinmetall, και δεν έδωσαν καμία ένδειξη ότι το σχέδιο για τη ναυπήγηση έξι φρεγατών F126 επρόκειτο να μπει στο αρχείο.
Η απόφαση του Papperger πέρυσι να εξαγοράσει τη Naval Vessels Lürssen (NVL) -τμήμα ενός οικογενειακού ομίλου που έχει ναυπηγήσει γιοτ που ανήκουν σε Ρώσους δισεκατομμυριούχους και μέλη της βασιλικής οικογένειας των Εμιράτων- ήταν μια από τις πιο τολμηρές κινήσεις του.
Ήταν μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας του 63χρονου Papperger, ο οποίος το 2024 φέρεται να ήταν στόχος ρωσικής συνωμοσίας δολοφονίας, να αξιοποιήσει την έξαρση των γερμανικών αμυντικών δαπανών για να επεκτείνει την εταιρεία πέρα από τον παραδοσιακό της τομέα, που αφορά άρματα μάχης, πυροβολικό και πυρομαχικά.
Ο Papperger είχε δηλώσει ότι η εξαγορά της NVL, η οποία διαθέτει τέσσερα ναυπηγεία κατά μήκος των ακτών της βόρειας Γερμανίας με 2.100 υπαλλήλους, θα βοηθούσε την εταιρεία του να γίνει «ένας σημαντικός παίκτης στην ξηρά, στο νερό, στον αέρα και στο διάστημα».
Όταν ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια ενημέρωσης αναλυτών τον Σεπτέμβριο για τη σκοπιμότητα της ανάληψης του δύσκολου έργου F126, δήλωσε ότι, αν και οι επίσημες συνομιλίες με κυβερνητικούς αξιωματούχους δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει, ήταν «σχετικά ακίνδυνο».

Η ακύρωση της συμφωνίας

Η NVL είχε ήδη μεγάλο μερίδιο εργασίας στη φρεγάτα F126. Όμως η Damen είχε αντιμετωπίσει τεχνικά προβλήματα που είχαν προκαλέσει αυξανόμενο κόστος και καθυστερήσεις. Γερμανοί αξιωματούχοι συζητούσαν την εξεύρεση μιας νέας εταιρείας για να αναλάβει τον ρόλο του κύριου αναδόχου από την Damen, και η NVL ήταν η προφανής επιλογή.
Η Damen, η οποία αρνήθηκε να σχολιάσει την απόφαση ακύρωσης του F126, έχει αναγνωρίσει στο παρελθόν προβλήματα λογισμικού, αλλά επέμενε ότι πληρούσε τις απαιτήσεις του έργου. Υποστήριζε ότι ήταν ένας «υγιής» ναυπηγός με «μια μακρά σειρά επιτυχημένων ναυτικών έργων» στο ενεργητικό της.
Τον Νοέμβριο, το Βερολίνο έκανε τα πρώτα επίσημα βήματα σε μια πιθανή διαδικασία μεταβίβασης, μεσολαβώντας σε συμφωνία μεταξύ της Damen και της NVL για την έναρξη μιας εξάμηνης περιόδου δέουσας επιμέλειας, συμπεριλαμβανομένων εργασιών για να διαπιστωθεί εάν θα ήταν τεχνικά εφικτή η μεταφορά των σχεδίων.
Η Rheinmetall ολοκλήρωσε την εξαγορά της NVL τον Μάρτιο. Έναν μήνα αργότερα, ο Papperger παρέστη στη βάπτιση του πρώτου πολεμικού πλοίου «Rheinmetall» στο Αμβούργο, με προσκεκλημένους μεταξύ των οποίων και ο υπαρχηγός του γερμανικού ναυτικού.
Τον ίδιο μήνα, η Rheinmetall κατέθεσε προσφορά ύψους 12,8 δισ. ευρώ καθαρά -ή 15,2 δισ. ευρώ συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ- για την ανάληψη του έργου F126.
Τις τελευταίες εβδομάδες, αξιωματούχοι είχαν συντάξει ένα συμβόλαιο και το είχαν υποβάλει στο υπουργείο Οικονομικών, με σκοπό να το στείλουν για έγκριση στην επιτροπή προϋπολογισμού της Μπούντεσταγκ (γερμανικό κοινοβούλιο) πριν από τις θερινές διακοπές που ξεκινούν στα μέσα Ιουλίου.

Ένα ακριβό ρίσκο

Ο Papperger αγόρασε προσωπικά τη Δευτέρα (22/6/2026) μετοχές της Rheinmetall αξίας 4 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με χρηματιστηριακή ανακοίνωση. Στη συνέχεια, το βράδυ της Τρίτης, ήρθε η σοκαριστική απόφαση για την ακύρωση της φρεγάτας, προκαλώντας τριγμούς στους γερμανικούς αμυντικούς κύκλους.
Πηγή που γνωρίζει τις διαβουλεύσεις στο υπουργείο Άμυνας τόνισε ότι δεν υπήρχε κακή πρόθεση έναντι της Rheinmetall. Η εταιρεία έκανε «εξαιρετική δουλειά» σε πολλούς τομείς, ανέφερε η πηγή, και το Βερολίνο συνέχισε να βλέπει έναν σημαντικό ρόλο για τη Rheinmetall ως «εθνικό πρωταθλητή».
Ο Pistorius, ο υπουργός Άμυνας, δήλωσε ότι είχε μιλήσει την Τρίτη με τον διευθύνοντα σύμβουλο της TKMS, Oliver Burkhard, ο οποίος είχε αφήσει να εννοηθεί ότι θα ήταν πρόθυμος να αναθέσει μέρος των εργασιών για το συμβόλαιο των Meko στα ναυπηγεία της Rheinmetall. Ο Burkhard δήλωσε ότι είναι «ανοιχτός σε συζητήσεις με τους εταίρους μας στον κλάδο».
Ωστόσο, στέλεχος της γερμανικής αμυντικής βιομηχανίας δήλωσε ότι ο Papperger «δεν αγόρασε ναυπηγείο για να γίνει υπεργολάβος της TKMS».
Ο Tusa, ο αμυντικός αναλυτής, σημείωσε ότι οι ναυτικές δραστηριότητες αποτελούσαν μόνο το 10% περίπου του στόχου εσόδων της Rheinmetall για το 2030, ύψους 50 δισ. ευρώ, και οι επενδυτές δεν θα πρέπει να «παρασύρονται» από την απώλεια εισοδήματος που προκάλεσε η ακύρωση της F126.
Ωστόσο, ανέφερε ότι ο Papperger παρερμήνευσε τη ναυτιλιακή αγορά, έχοντας υπερβολικά αισιόδοξες προσδοκίες για την κερδοφορία ως κύριος ανάδοχος, καθώς και για την ικανότητα να ενισχύσει τις πωλήσεις άλλων προϊόντων της Rheinmetall τοποθετώντας τα σε πολεμικά πλοία.
Η Rheinmetall δήλωσε στους FT ότι παραμένει «πλήρως δεσμευμένη στην εξαγορά της πρώην NVL», προσθέτοντας: «Ήταν η σωστή απόφαση να επεκταθεί το χαρτοφυλάκιο του ομίλου στον ναυτικό τομέα και να ενσωματωθεί η τεχνογνωσία της NVL». Όμως, στέλεχος άλλης γερμανικής αμυντικής εταιρείας δήλωσε ότι το στοίχημα του Papperger γύρισε μπούμερανγκ. «Αγόρασαν ένα ναυπηγείο με την ορατή πιθανότητα να αποσπάσουν ένα συμβόλαιο-μαμούθ από αυτό», είπε. «Ήταν ένα πάρα, πάρα πολύ ακριβό ρίσκο».

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης